Eκφωνηθείς την 23-4-2026 στη γενέτειρα του Ήρωα, το Μαυρομμάτι Καρδίτσας
Από τον Δημήτρη Κ. Αγγελή, συγγραφέα - αντιστράτηγο ΕΛ. ΑΣ. (ε.α.).
Κυρίες και κύριοι.
Λέγεται ότι, σαν σήμερα το 1827, δολοφονήθηκε, και πως το κυρίαρχο σενάριο της δολοφονίας του εδράζεται στη βρετανική πολιτική απόφαση φυσικής εξόντωσης του Γεωργίου Καραϊσκάκη, που υλοποιήθηκε απ’ τους Εγγλέζους Τσωρτς και Κόχραν και τον ξενόδουλο Μαυροκορδάτο - αρχηγό του αγγλικού κόμματος στην Ελλάδα της εποχής.
Όμως, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή, αναφέροντας ότι αντί μιας μεγάλης ιστορικής ανάλυσης της δράσης του Καραϊσκάκη, γνωστή εν πολύς σε όλους μας (δεν μας φτάνει άλλωστε κι ο χρόνος), πρόκειται εδώ σήμερα συνοπτικά να παραθέσουμε ορισμένα απ’ τα σημαντικότερα στιγμιότυπα της ζωής του, με σκοπό αφενός να αναδείξουμε το έθος και ήθος του, αφετέρου να φωτίσουμε κάποια άγνωστα, «σκοτεινά» ή διφορούμενα σημεία της.
Κατ’ αρχάς να δηλώσουμε ότι είναι τιμή για μας τους Καρδιτσιώτες, πως εδώ στο Μαυρομμάτι γεννήθηκε, ανδρώθηκε και μεγαλούργησε ο δικός μας ήρωας, ο ήρωας της Ελλάδος, τον οποίο η Εκκλησία της Ελλάδος αγκάλιασε, αποφασίζοντας, πράγμα μοναδικό στα εκκλησιαστικά χρονικά της χώρας μας, να μετονομάσει το διπλανό μαυρομματιανό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, σε Άγιο Γεώργιο Καραϊσκάκη. Δεν παραβλέπουμε επιπλέον το γεγονός, ότι εδώ στο Μαυρομμάτι επέλεξαν οι απόγονοί του να μεταφέρουν τα οστά όλων των προγόνων τους, ανεγείροντας το κοινό οικογενειακό τους ταφικό μνημείο.
Αρχίζουμε λοιπόν, παρουσιάζοντας τ’ ακόλουθα πενήντα (50)ιστορικά σημειώματα:
1.-«Ο Καραϊσκάκης από δέκα χρονών παιδί κλέφτης, θα γύριζε με τους Τούρκους, οπού τους σκότωνε μέσα στους λόγκους και περπάταγε ξυπόλυτος από μικρό παιδί διά την λευτεριά», σημειώνει ο Γιάννης Μακρυγιάννης και συμπληρώνει ο Ανδρέας Καρκαβίτσας ότι «ως 15 χρονών πέρασε από το Μουζάκι κι έβαλε ένα κορίτσι γνώριμό του ψωμί να του ζυμώση, το πήρε κι έφυγε κλέφτης. Εδώ φαντάζεται κανείς τί άγριες και φλογερές φωτιές θα καίγανε μέσα στου νου αυτού του παιδιού»· ήταν τότε14-15 χρονών, και πρωτοβγήκε κλέφτης. Σκεφθείτε τα σημερινά 14τετράχρονα ελληνόπουλα.
2.-«Κάτωθεν μιας πλατάνου κατεσκεύασεν οχυρόν (ταμπούρι)», γι’ αυτό τουρκική δύναμη τον περιέκλεισε και «κατέλαβε πολλάς επικαίρους του χωριού θέσεις και προ πάντος τας υψηλοτέρας [….].
Όστις (Καραϊσκάκης) εκ φύσεως δημιουργός της πολεμικής τέχνης διατάσσει τους άνδρας και πίπτουν (ρίχνουν - πετούν) εκ του παραθύρου (της οικίαςόπου πολιορκούνται από τους Τούρκους) τις κάπες, καθώς εξεκένωσαν τα όπλα των (πυροβόλησαν) οι πολιορκούντες και ούτως λαμβάνει καιρόν και εξέρχεται της οικίας και τρέπεται […] και διά του πυκνού δάσους Αγία Μαρίνα και μέγα Ρέμα διευθυνθέντες, έφθασαν άνω της Βούνιστας (Ελληνόκαστρο, με έναν τους τραυματισμένο· είναι 15 ετών.
3.-«[…] από της μικράς του ηλικίας κατίσχυσεν (υπερίσχυσε) όλων των ομηλίκων φίλων του μετά των οποίων είχε καταρτίσει ομάδα[…που]τον ανεγνώρισεν ως αρχηγόν και ως τοιούτος εμεγάλωσε μετ’ αυτών […].
Εις την εφηβικήν ηλικίαν […η] ομάδα αποτελουμένην από 8 - 10 παληκαρόπουλα […] διεπνέετο από σφοδρόν μίσος κατά των Τούρκων […], ο (Αλή)Πασιάς ηθέλησε να (τον) εξοντώση και απέστειλεν απόσπασμα στρατιωτικόν […].
Ο Καραϊσκάκης με την ομάδα του, καταλαβών επίκαιρα σημεία παρά την βραχώδη θέσιν Άγιος Αθανάσιος, ανέμενεν εκεί. Το επερχόμενον απόσπασμα επετέθη κατ’ αυτού, το αποτέλεσμα δε της συμπλοκής ταύτης υπήρξεν ο φόνος τριών Τούρκων στρατιωτών, των λοιπών τρομοκρατηθέντων και τραπέντων εις φυγήν»·είναι 16 ετών.
4.-Τούτη την εποχή «[…]ο Καραϊσκάκης, μικρός καπετάνιος με τα παληκαρόπουλα αγναντεύοντας τον κάμπο τον Θεσσαλικό», επιτέθηκε κατά Τούρκου αγά, που με καραβάνι φορτωμένο χρήματα φόρων της Λιβαδειάς, των Αγράφων και του Καρπενησίου μετέφερε τα χαράτσια στη Λάρισα, σκοτώνοντας τον αγά κι αρπάζοντας τη λεία· είναι 16-17 ετών.
5.-«Η τύχη του πολέμου τον έκανε να πέση ζων εις τας χείρας ενός σώματος Αλβανών, διωρισμένου παρά του Αλή πασά προς καταδίωξιν των κλεπτών»και «αφού πιάστηκε από τους Αρβανιτάδες στάλθηκε στον Αλή», ο οποίος τον φυλάκισε κι’ ύστερα το πήρεμαζί του το 1798 στην εκστρατεία κατά του Πασβάνογλου, πασά του Βιδινίου της«Μπουλκάριας» - Βουλγαρίας.
Εκεί, ο Καραϊσκάκης τον εγκατέλειψε και συντάχθηκε με τον Πασβάνογλου.
Διερωτήθηκα γιατί; Να η απάντηση: Συντάχθηκεμε τον φίλο τού Ρήγα, υποστηρικτή των Χριστιανών και αντάρτη κατά του Σουλτάνου, τον Πασβάνογλου. Από τότε λοιπόν γνώριζε την εθνική του καταγωγή· είναι 17-18 ετών.
6.-Απέδρασε απ’ τον Αλή και«στα 1805 βγήκε κλέφτης στ’ Αγραφα. Έσμιξε με τον Αντώνη (Κατσαντώνη)», που για τις μεγάλες του ικανότητες τον έκανε πρωτοπαλίκαρό του (1806-1809)· είναι 23-25 ετών.
7.-Το 1807 έλαβε μέρος στην πανελλήνια οργανωτική προεπαναστατική συγκέντρωση – συνέλευσηοπλαρχηγών, κλεφτών, φιλικών κ.ά. στη Λευκάδα, υπό τον Καποδίστρια και τον Μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου Ιγνάτιο, παρόντων των Κατσαντώνη, Μπότσαρη, Κολοκοτρώνη, Τζαβέλα, Νικηταρά, Ανδρούτσου κ.ά.·είναι 25 ετών.
8.-Μετά την προδοτική σύλληψη του Κατσαντώνη απ’ τον Αλή πασά και την εκτέλεσή του (1809), συνέχισε κλέφτης με τον αδελφό τού Κατσαντώνη, τον Λεπενιώτη, χτυπώντας τους Τουρκαλβανούς παντού (1809-1810). Ο Λεπενιώτης απεδέχθη την απ’ τον Αλή δοθείσα αμνηστία, ο Αλής «διώρισε (τον Λεπενιώτη)γενικόν αρματωλόν όλων των Αγράφων» και αυτός διαμοιράζοντας τ’ αρματολίκι του σε κόλια (διοικητικά τμήματα - περιφέρειες), διόρισε το πρωτοπαλίκαρό του, Καραϊσκάκη, κολτζή (διοικητή) στο κόλι Σάμης (Οξυά - Σιάμ, περιοχή Μουζακίου) Καρδίτσας, «συγκεντρώνον (ο Καραϊσκάκης) εις ευαυτόν όλας τας εξουσίας συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής»· είναι 25-26 ετών.
Κολτσής – Διοικητής (1809-1810) της Οξυάς (Σιάμ ή Σιάμος), δηλαδή των βόρειων Αγράφων, της περιοχής Μουζακίου και όχι μόνον αυτών των χωριών, αλλά, μάλιστα, της ευρύτερης ορεινής περιφέρειας όλων των χωριών πλησίον του Μαυροματίου, του τόπου γέννησής του.
Τί περηφάνια!
Τούτο διήρκησε μέχρι και του Λεπενιώτη την, απ’ τον Αλή, προδοτική δολοφονία (1810), καθώς αμέσως μετά βγαίνει πάλι κλέφτης στ’ Άγραφα, και συνεχίζει ένα χρόνο περίπου ακόμα (1811) με τον Γιωργάκη Τσόγκα.
9.- Το 1812 τον έχει στα χέρια του ο Αλή πασάς και τον ρωτά:
«-Τί θέλεις να σε κάμω, μωρέ Καραϊσκάκη;»και του απεκρίθη:
«-Αν με γνωρίζης άξιον δι’ αυθέντην, κάμε με αυθέντην· αν με γνωρίζεις άξιον διά χουσμεκιάρην (δούλο), κάμε με χουσμεκιάρην· αν με γνωρίζεις ανάξιον του παντός, ρίψαι με εις της λίμνης των Ιωαννίνων τον γιαλόν·είναι30-32 ετών·τον έκανε τζοχανταραίο - σωματοφύλακά του και λίγο αργότερα στρατηγό του.
10.- Είναι ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, τουλάχιστον απ’ το 1807.
11.-Ιανουάριο του 1821συμμετείχε στην τελική επαναστατική σύσκεψη φιλικών, κλεφτών, αρματολών, καπεταναίων της δυτικής και κεντρικής Ελλάδας, στη Λευκάδα, μαζί με τον Ανδρούτσο, Πανουριά, Τσόγκα, Στορνάρη κ.ά., όπου συντόνισαν το σχεδιασμό τους και, δίνοντας σχετικό όρκο, συναποφάσισαν την άμεση κήρυξη της επανάστασης στη Δυτική και Κεντρική Στερεά Ελλάδα, ταυτόχρονα με την Πελοπόννησο.
12.-Με την έκρηξη της επανάστασης του ’21αστ’ Άγραφα, ο Καραϊσκάκης αναζητεί και εκδιώκει (1821-1822)τον φιλότουρκο Κοτζάμπαση της Ρεντίνας Καρδίτσας,Τσολάκογλου,που επανειλημμένα πρόδωσε στο Αλβανό Αλή πασά και στους Οθωμανούς,τον καπετάνιο τού Καραϊσκάκη, τον Κατσαντώνη καθώς και τους Έλληνες οπλαρχηγούς - φιλικούς Κ. Βελή,Γ. Ζώτο -Γκαβοστεργαίουςκαι τον Κ. Ζαχαράκη, μ’ αποτέλεσμα τον μαρτυρικό θάνατό τους.
Άξιο επισήμανσης είναι το γεγονός πως, όταν ο Καραϊσκάκης «[…] έπιασε τα κορίτσια του κοτζάμπαση των Αγράφων Τσολάκογλου, θανάσιμου εχθρού του από την εποχή των Κατσαντωναίων, τα κορίτσια αυτά (δεν τα σκότωσε, δεν τα ατίμασε, δεν τα βασάνισε, αλλά, για προστασία) τάστειλε στο Μοριά και τα παράδωσε στο (αρχοντικό) σπίτι των Ζαϊμαίων (Α. Ζαΐμης, ο μετέπειτα Πρωθυπουργός)».
Ο Καραϊσκάκης «[…] είχε όνομα […] για το σεβασμό προς τις γυναίκες».
13.-Στη μάχη στο Κομπότι τον Ιούνιο του 1821«[…] νικήσας τους εχθρούς και τρέψας εις φυγήν, ανέβη εις μίαν πέτραν και ύβριζε τους Τούρκους μεγαλοφώνως· και διά να τους ατιμάση και εξευτελίσει περισσότερον, σήκωσε τη φουστανέλλα, κατέβασε το βρακί κ’ έδειξεν αυτοίς και τον πρωκτόν του γυμνόν. Τούτο το έκαμνεν όχι ως αισχρουργός, αλλά διά να προξενή θάρρος - θράσος εις τους εδικούς του συντρόφους».
14.-Απ’ τον Φεβρουάριο κ.έ. του 1822 ο Καραϊσκάκης, αφενός κατόρθωσε και ξεσήκωσε τους Αγραφιώτες του, απελευθέρωσε τ’ Άγραφα απ’ τους Τουρκαρβανιτάδες, κρατώντας τα λεύτερα για λογαριασμό του ελεύθερου ελληνισμού, τα έτη 1822-1823 «έκαμε τ’ Άγραφα απάτητα πεια σε Τούρκικο ποδάρι […] κι’ άρχισε με χέρι δυνατό» να τα διοικεί, αφετέρου, επειδή δεν ήταν προετοιμασμένος κι εφοδιασμένος για εκτεταμένη, περαιτέρω εξεγερτική, απελευθερωτική προσπάθεια, αρκέστηκε σε όσα είχε πετύχει μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξασφαλίζοντας τις απελεύθερες αγραφιώτικες περιοχές και τους πληθυσμούς, και, προφανώς, ανέμενε τη νεότερη εθνική κυβερνητική προσταγή (τις επικουρίες και τα εφόδια) για δράση και υποστήριξη της εξέγερσης και του βορειότερου ελληνισμού.
«Κατ΄ αυτόν τον τρόπον ο Καραϊσκάκης άρχισεν να βάνη την ευταξίαν, διοργάνωσεν την δημογεροντίαν των Αγράφων (με έδρα το Νεοχώρι της λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας), εσύστησεν τράπεζαν οικονομικήν των εσόδων και εξόδων, οργάνωσετο «παζάρι» του Μουζακίου», δηλώνοντας την 20-4-1823:
«-Έχομεν και στράτευμα και άλλας δυνάμεις, όταν μας διορίσει(διατάξει) το Έθνος, […θα] βαρέσωμεν» τους Τούρκους.
15.- Έκαμε δύο φορές «καπάκια» - ψευτοσυμφωνίες με τους Τούρκους·στα μέσα του 1822 με τον Χουρσίτ πασά και το 1823 με τον Σιλιχτάρ Μπόδα, με τον εξής όρο:
«Τούρκος από τον Πηνειό και εδώθε εις Ασπροπόταμον και Άγραφα να μη διαβαίνη, τα δε χαράτζια να τα συνάζωμεν ημείς (Καραϊσκάκης με τους δικούς του Έλληνες) και να τα στέλνουμε.Αν όμως ήθελον αποφασίσει ή ο Ρούμελης (Τούρκος αρχιστράτηγος - Σουλτάνος) ή η Διοίκησις των Ελλήνων να κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά του ενός ή του άλλου μέρους, τότε να κάμουν τα χρέη των, και ο μεν ως Τούρκος, και οι δε ως Έλληνες».
Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Καραϊσκάκης εξασφάλισε κάτι πολύ ιδιαίτερο και εξαιρετικό:
Τη δυνατότητα ο ίδιος «να σπάσει» την προσωρινή συνθήκη-«καπάκι», όποτε «η Διοίκησις των Ελλήνων κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά […των Τούρκων, δικαιούμενος με τα παλληκάρια του] τότε να κάμουν τα χρέη των […] ως Έλληνες».
Βλέπουμε λοιπόν ότι, ενώ ο Καραϊσκάκης απ’ τον Φεβρουάριο του 1822 απελευθέρωσε και διοικεί τ’ Άγραφα, από τα μέσα του 1822 εξακολουθεί να τα διοικεί και ως αρματολός πλέον με τούρκικο μπουγιουρντί,ύστερα απ’ την υπογραφή της ψευτοσυνθήκης – «καπάκι» με τους Τούρκους.
Σημειώνεται ότι το πρώτο «καπάκι», μαζί με τον Καραϊσκάκη, το υπέγραψαν ο αρματολός του Ασπροποτάμου (Τρικάλων) Νικόλας Στορνάρης, ο καπετάνιος του Κλεινοβού (Καλαμπάκας) Γρηγόρης Λιακατάς και ο καπετάνιος των Χασίων (σύνορα ν. Τρικάλων - Γρεβενών) Νάσιος Μάνταλος, ενώ δεν καταβλήθηκε καμία προσπάθεια απόκρυψής του, αντίθετα το ανακοίνωσαν δημόσια αμέσως.
Μάλιστα ο Καραϊσκάκης ενημέρωσε, σχετικά και με επιστολή του, τον αρματολό των Σαλώνων, Πανουργιά.
Κατόπιν αυτής της επίσημης πράξης («καπάκι») του Καραϊσκάκη, η σχετικώς ενημερωμένη Κυβέρνηση, η ελληνική διοίκηση και το υπουργείο του πολέμου, σε ουδεμία αντίδραση σε βάρος του προέβησαν, ούτε αποδοκίμασαν την πρωτοβουλία του, έστω έμμεσα ή και υποτυπωδώς.
Συμπεράσματα:
α) Με το «καπάκι», «οικονομεί - πολιτεύεται» διαχειρίζεται την κατάσταση, κερδίζει χρόνο, υποκρίνεται το φίλο, ξεγελά τον Τούρκο και εξασφαλίζει τον τόπο και τους ελληνικούς πληθυσμούς.
β) Αναμένει - προσμένει τον κατάλληλο χρόνο, την απόφαση και την εντολή με την οποία «η Διοίκησις των Ελλήνων (θα) κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά […]» των Τούρκων και
γ) Απερίφραστα δηλώνει ότι «ως Έλληνας» μαζί με τους πολεμιστές του, «[…] τότε (θα) κάμουν τα χρέη των [..] ως Έλληνες».
Φανερώνει έτσι, ότι γνωρίζει τη διαφορετικότητά του και την ξεχωριστή ιδιαιτερότητά του, ως Έλληνας.
16.-Ηηρωικήμάχη στο Σοβολάκο (Άγιο Βλάση) τον Ιανουάριο του 1823, έγινε ακριβώς επειδή ο Καραϊσκάκης επικαλέστηκε την ισχύ και εφήρμοσε επακριβώς και προσχηματικά την προαναφερόμενη ψευτοσυνθήκη - «καπάκι» του 1822μεταξύ του Καραϊσκάκη και του Χουρσίτ πασά της Θεσσαλίας, όρος της οποίας προέβλεπε:
«Τούρκοι εις τα Άγραφα να μη εμβαίνουν», «οι Τούρκοι να μην περάσουν πεια μέσα από το σύνορο τ’ Αγραφιώτικο» και ο Καραϊσκάκης «να φυλάξει από τα βουνά να μην εισχωρούν εις αυτά οι λησταί ή άλλο σώμα άτακτον».
Αβίαστα, λοιπόν, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα, ότι ο Καραϊσκάκης με πρόσχημα τη νομιμότητα, που εκπορεύθηκε απ’ τα προαναφερόμενα «καπάκια» (τα οποία τήρησε απολύτως τυπολατρικά και υποκριτικά), βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και τους χτύπησε ανελέητα, θεωρώντας τους, όχι μόνον Τούρκους, μη έχοντες νόμιμο δικαίωμα εισόδου στ’ Άγραφα, αλλά και «ληστές» και «σώμα άτακτον», πλιατσικολόγους, άρπαγες και λαφυραγωγούς, δηλαδή.
Εν συντομία: Μετά την αποτυχημένη πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου απ’ τους Τούρκους (Οκτώβρης - Δεκέμβρης 1822), στράτευμα 3.000 Οθωμανών, μ’ αρχηγούς τους Άγο Μουχουρδάρη, Ισμαήλ - πασά Πλιάσσα και Χαντζή Μπένο, «μη δυνάμενο να διαβή τον Άσπρον (Αχελώον) διευθύνθη να περάση διά των Αγράφων εις Λάρισσαν», ενώ καθ’ οδόν «[…] εκδικούμενοι […] κατέκαιον και ελεηλάτουν τα εκείσε προσκυνημένα (ελληνικά) χωρία, και παιδία και γυναίκας, και γέροντας, καίτοι προσκυνημένους φονεύοντες».
Δεν τουςεπέτρεψε λοιπόν ο Καραϊσκάκης να διέλθουν των Αγράφων, μ’ αποτέλεσμα, κατά την συναφθείσα μάχη, την τουρκική πανωλεθρία.
Συνολικά «δισχίλιοι και πεντακόσιοι έλλειψαν από τον κατάλογον των Πασσάδων», σημειώνει ο Λ. Κουτσονίκας.
17 .-Τούτη την εποχή (Φεβρουάριος 1823, αμέσως μετά την, ως άνω, ηρωική του νίκη και το προαναφερόμενο πρώτο καπάκι του 1822), ο Καραϊσκάκης συνέχισε αδιατάρακτα να διοικεί τ’ Άγραφα, αλλά πλέον και ως αναγνωρισμένος γενικός αρχηγός των όπλων των Αγράφων, ως αρματολάρχης και τοποτηρητής της ελληνικής κυβέρνησης, με επίσημη - εθνική διαταγή τούΑλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Διευθυντού της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος, της οποίας, προφανώς, ανέμενε νεότερες κυβερνητικές εντολές, επικουρίες και το αιτηθένπολεμικό υλικό (επειδή, όπως προείπαμε, δεν ήταν προετοιμασμένος και εφοδιασμένος για εκτεταμένη, περαιτέρω εξεγερτική, απελευθερωτική προσπάθεια) γιαδράση και υποστήριξη της εξέγερσης και του βορειότερου ελληνισμού.
Ο Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος δηλώνει ότι «τον είχεν αναγνωρίσει ως αρχηγόν των όπλων των Αγράφων η ελληνική κυβέρνησις», η οποία, βεβαίως, γνώριζε ότι ο Καραϊσκάκης, μόλις προ οκταμήνου (μέσα 1822), είχε υπογράψει «καπάκι» με τους Τούρκους.
18.-«Καπάκι» του 1823 με τον Σιλιχτάρ Μπόδα.Αυτή την πρόσκαιρη συμφωνία ειρηνικής συνύπαρξης («καπάκι») συνυπέγραψαν ο Καραϊσκάκης, ο αρματολός του Ασπροποτάμου (Τρικάλων) Νικόλας Στορνάρης, ο αρματολός του Σοβολάκου (Ευρυτανίας) Γεωργάκης Πεσλής, ο καπετάνιος της Ρούμελης Ανδρίτζος Σιαφάκας, ο καπετάνιος του Κλεινοβού (Καλαμπάκας) Γρηγόρης Λιακατάς και ο καπετάνιος των Χασίων (σύνορα ν. Τρικάλων - Γρεβενών) Νάσιος Μάνταλος, οι οποίοι, όχι μόνον δεν έκαναν ουδεμία προσπάθεια να την αποκρύψουν, αλλ΄ αντιθέτως, με την από 12-6-1823 αναφορά τους προς την «Υπερτάτη διοίκησιν», επίσημα την ενημερώνουν αναλυτικά για όλες τις πτυχές της συμφωνίας - «καπάκι», εξηγώντας εγγράφως μάλιστα και τους λόγους που τους ανάγκασαν να υπογράψουν τα «καπάκια».
Κατόπιν αυτής της επίσημης ενημέρωσης, η Κυβέρνηση, η ελληνική διοίκηση και το υπουργείο του πολέμου, και πάλι δεν αντέδρασαν, ούτε άλλως πως αποδοκίμασαν, ούτε καυτηρίασαν την επίσημη αυτή πράξη («καπάκι») του Καραϊσκάκη· έστω έμμεσα ή και υποτυπωδώς.
Μάλιστα,η ελληνική κυβέρνηση την 12-6-1823 προήγαγε τον Καραϊσκάκηστην ελληνική στρατιωτική ιεραρχία, απονέμοντάς του, κατόπιν σχετικής απόφασης «του Εκτελεστικού περί στρατιωτικών προαγωγών», το βαθμό του Στρατηγού.
Διερωτήθηκα: Γιατί δεν αντέδρασαν, εάν αυτό που, δύο φορές, έπραξε ο Καραϊσκάκης («καπάκια») ήταν αντιπατριωτικό, άτιμο και προδοτικό;
Να η απάντηση:
Δεν αντέδρασαν, για έναν πολύ απλό λόγο:
Διότι τα καπάκια τούς φάνηκαν φυσιολογικά, αυτονόητα κι αναμενόμενα· μια εξέλιξη φυσική, έξυπνη κι’ ωφέλιμη, ένα τέχνασμα διαχείρισης, μια σωτήρια δυνατότητα κι’ ένας πατριωτικός απαραίτητος ελιγμός, που έρχονταν από παλιά και σαφώς θα επαναλαμβάνονταν στο μέλλον.
Γεγονός που, απ’ το 1834, το επιβεβαιώνει κι ο βιογράφος τού Καραϊσκάκη, Δ. Αινιάν, γράφοντας:
«Τοιαύτας ανταποκρίσεις και μυστικάς συνομιλίας (καπάκια) μεταξύ των Αλβανών δεν έκαμεν ούτε μόνος (ο Καραϊσκάκης) ούτε πρώτος.
Πολλοί εκ των Αλβανών υπέθαλπτον και εκαλλιέργουν τοιαύτας δια να ωφελώνται δι’ αυτών εις τας παρά του Σουλτάνου επιφερομένας κατ’ αυτών επιδρομάς και εις τας μεταξύ των έριδας».
Είναι πλέον ιστορικά τεκμηριωμένο, ότι και πολλοί άλλοι, αγνοί Έλληνες πατριώτες, υπέγραψαν (πριν και μετά τον Καραϊσκάκη) παρόμοια καπάκια με τους Οθωμανούς, άσχετα απ’ τον Καραϊσκάκη και σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους.
Επιπλέον, ο Ν. Σπηλιάδης ξεκαθαρίζει:
«Οι Ρουμελιώται συνήθιζον τα καλύμματα (καπάκια)· αφ’ ου απεστάτησαν (επαναστάτησαν) υπετάσσοντο εις τους Τούρκους εξ’ ανάγκης καθ’ υπόκρισιν, ή διά να σωθώσιν από κίνδυνον, ή διά να παρασκευασθώσιν εις πόλεμον, και πάλιν απεστάτουν εις αρμοδίαν (κατάλληλη) περίστασιν· τούτο δ’ ελέγετο: βάλλειν καπάκι(βάζω καπάκι)».
19.-Απρίλιος 1823, Άγραφα: «[…] ήτον καιρός γεύματος· έβαλαν το τραπέζι· ο Καραϊσκάκης παίρνει το γιαούρτι, το χύνει όλον εις την πίτταν και λέγει:
-Έλληνες, βλέπετε αυτήν την πίτταν; Την κερδήσαμεν με το σπαθί μας από τους Τούρκους.
Όποιος θέλει να τρώγη την πίτταν, σήμερον θα τον ιδώ: Καπνός να γίνουν οι κερατάδες! […]. Εγώ θα πέσω απάνω τους ή τους γαμ.. τα κέρατα ή πεθαίνω σήμερον.
20.-Αθυροστομία
Η υπαρκτή αθυροστομία του, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά οι λειτουργικές και πρακτικές εκφράσεις του λόγου του, η ιδιαίτερα ευφυής φρασεολογία του, το δημιουργικότατο ύφος, η ανάγκη εξωτερίκευσης του ψυχικού του κόσμου, τ’ αμυντικά και επιθετικά εκφραστικά του όπλα κι οι ιδιωματισμοί αποτύπωσης σκέψεων, επιθυμιών και συναισθημάτων, που ως ένα τακτικό λεκτικό σύνολο γόνιμης ελευθεριότητας, αφενός, ήταν επικοινωνιακά συνηθισμένο κι αποδεκτό εκείνη την εποχή, αφετέρου εκπορεύτηκε απ’ την οξύτητα των καταστάσεων των καιρών, δεδομένου του σκληρού περιβάλλοντος της προσωπικής του ζωής και του διαρκούς αγώνα επιβίωσης, επιβεβαίωσης κι’ αναγνώρισης.
Σημειώνουμε χαρακτηριστικά την απάντησή του στον Οθωμανό Αρχιστράτηγο που τον απειλούσε να προσκυνήσει:
Μου γράφεις ένα μπουϊρουτί, λέγεις να προσκυνήσω·
κ’ εγώ, πασιά μου, ρώτησα τον πού… μου τον ίδιον,
κ’ αυτός μου απεκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω!
κ’ αν έλθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω!
21.- Να πως τον περιγράφει η «μανιά» - γιαγιά του Χρήστου Γρυμπογιάννη (1882-1982), που, κατά τη μαρτυρία - αφήγησή της περί το 1892 (την οποία κατέγραψε ο Λάμπρος Γριβέλλας),τον είδε(στρατοπεδευμένο με τα παλληκάρια του στα τσαντίρια τους κάτω από τις μεγάλες καστανιές) στη θέση «Δένδρα» στο Παλιοζωγλόπι (οικισμός της Ραχούλας) Καρδίτσας:
Ήταν «ένας μαύρος, κιτρινιάρης, με ξέπλεκα μαλλιά και παχύ, στριφτό μουστάκι. Τα μάγουλα βαθουλωμένα, μα τα μάτια τ΄ αναμμένα κάρνα (κάρβουνα)».
22.-Η δίκη στο Αιτωλικό (31/3 - 2/4/1824). Σκευωρία Μαυροκορδάτου. Κατήγορός του ο «Εκλαμπρότατος Πρίγκιπας του Μεσολογγίουκαι Ηγεμών της Δ. Ελλάδος» Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Διερωτήθηκα: Γιατί ο Μαυροκορδάτος τον κατηγόρησε για προδοσία και για συνεννοήσεις προς σύναψη συμφωνίας - «καπάκι» με τους Τούρκους, με σκοπό να τους παραδώσει το Μεσολόγγι;
Την απάντηση μας την δίνουν ο Γ. Μακρυγιάννης, Γ. Βλαχογιάννης και Π. Βασιλείου:
Διότι ο Καραϊσκάκης «δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν», τον Καραϊσκάκη «ο Μαυροκορδάτος τον πολέμησε γιατί δεν θέλησε να γίνει τυφλό όργανό του, (γιατί) δεν ήξερε να κολακεύει, να φιλεί ποδιές βρόμικες, να προσκυνάει τους δυνατούς, να λέει ψέματα»,«ο φαναριώτης Μαυροκορδάτος ήθελε υπηρέτες του και τους αρχηγούς ακόμη της κλεφτουριάς. Στο Μεσολόγγι όταν πήγε για Διευθυντής της Δυτ. Ελλάδοςτον αναγνώρισαν όλοι ως αρχηγόν των, πλην του Καραϊσκάκη που μυρίστηκε την πάστα και τους σκοπούς του», που κατάλαβε «την φαναριώτικη την πονηριά». «Δεν άρεσε το ατίθασο και το βίαιο του χαρακτήρα του Καραϊσκάκη και για την αθυροστομία του δεν ήταν ανεκτός από τον Μαυροκορδάτο, δεύτερο οι πρωτοβουλίες που πολλές φορές έπαιρνε χωρίς να τον ρωτήσει, τρίτο και σπουδαιότερο γιατί είχε μυαλό στρατηγικό ο Καραϊσκάκης, ώστε να μην πέφτει έξω σε καμμιά περίπτωση εάν και εφόσον οι επιχειρήσεις θα γίνονταν σύμφωνα με τις πολύπλευρα μελετημένες υποδείξεις του. Αλλά και ένα άλλο ακόμη προσόν είχεν ο καλόκαρδος εκείνος αγωνιστής. Ήταν αληθινό παλληκάρι. Σε άπειρες περιπτώσεις το απόδειξε […]. Ίσως αν ο Καραϊσκάκης κατάγονταν από ¨τζάκι¨ να ήταν ανεχτός από τον Μαυροκορδάτο».
23.-Μετά την «έξωσίν του (εξορία)» και εκδίωξή του απ΄ το Αιτωλικό(3/4-4-1824),αναχώρησε «ημιθανής εις τον κράββατον, με 1.500 στρατιώτας ¨κατά τον Ασπροπόταμο και Άγραφα¨, εισήλθεν εις το Γαρδίκι και Μουτζιάρα, την Βλαχοκρανιά (11-4-1824 και) την Καστανιάν» (στον Κόζιακα)· δηλαδή κατάφερε με το στράτευμά του, τέλος χειμώνα, υπερπήδησε - πλαγιοκόπησε την κορυφή της Πίνδου Κακαρδίτσα (2.429 μ.) και ρίχτηκε στο Γαρδίκι Τρικάλων.
Αμέσως άρχισε ο «διωγμός (καταδίωξη) του Καραϊσκάκη»(Απρίλιος - Μάιος 1824), αφού, με διαταγή του Μαυροκορδάτου, «εις ταις 10 Απριλίου 1824 εκστρατεύσαμεν (εναντίον του) ο Στορνάρης και Λιακατάς, διά Ασπροπόταμον, θριαμβευταί του κόμματός μας», με μοναδικό αντικειμενικό στόχοτη φυσική εξόντωσή του.
Με τους, ως άνω δύο απεσταλμένους του Μαυροκορδάτου, αρματολό του Ασπροποτάμου Νικόλα Στορνάρη και τον καπετάνιο του Κλεινοβού (Καλαμπάκας) Γρηγόρη Λιακατά, ενώθηκαν,αφενός οαρματολός των Αγράφων (1818-1822 και 1825) Γιαννάκης Ράγκος και ο μετέπειτα, προσκυνημένος στους Τούρκους, αρματολός των Αγράφων (1826-1829), Σταμούλης Γάτζος, αφετέρου στρατεύματαΤούρκων και Αλβανών του Σούλτζια Κόρτζια δερβέναγα των Τρικάλων.
Ενώθηκαν λοιπόν, έτσι, Έλληνες μαυροκορδατιανοί, έλληνες προσκυνημένοι, Τούρκοι και Τουρκαλβανοί (Τουρκέλληνες) και όλοι, ως σύμμαχοι και φατρία, συντονισμένα, άρχισαν από κοινού το κυνήγι και την εκδίωξη του βαριά άρρωστου Καραϊσκάκη, ο οποίος, με ελιγμούς και μάχες, διά της διαδρομής Κόζιακας, Πύλη, Κούτζορο, Καστανιά, Κλειτζός (Κλειστό), Βράχα, Μακρυκάμπι, διέφυγε σώος στα Σάλωνα και απ’ εκεί στο Ναύπλιο, «συρόμενος εις τους ώμους, εις όλην την οδοιπορίαν, από τον πιστόν στρατόν του, δεν εδειλίασεν», «κυνηγημένος από τα «εθνικά στρατεύματα» (συμμορίες Μαυροκορδατικών καπεταναίων)».
24.-Έπασχε από φθίση - χτικιώ - φυματίωση, γι’ αυτό, όταν η ασθένεια ήταν σε έξαρση,οι πολεμιστές του σε ξυλοκρέβατο τον έσερναν - μετέφεραν«εις τους ώμους, εις όλην την οδοιπορίαν, από τον πιστόν στρατόν του», που τον υπεραγαπούσε.«Η φθίσις τουκατήντησεν εις τον τρίτον βαθμόν, καθώς εβεβαίωσαν οι ιατροί, και δεν θέλει ζήσει πολύν καιρόν ακόμη.Δεν ημπορεί διόλου να περιπατήση, ή να καβαλικεύση, αλλά τον σηκώνουν τέσσαρες άνθρωποι εις φορείον».
25.-Δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική:Έλεγε: «-Εγώ δεν ξέρω από πολιτική· είμαι στρατιώτης, κι’ ο,τι με διατάξη το κουβέρνο (η κυβέρνηση), αυτό θα κάνω.«Ποτέ δεν ανακατεύθηκε με τα πολιτικά, με τα κόμματα και με φατριασμούς», «δεν αγαπούσε της πολιτικής τα χασομέρια.Στρατιώτης καθαρός. Το δαιμόνιο του πολέμου κρυμμένο μέσα σ’ ένα σακάτικο κουφάρι».
Σημειώνουμε ότι έχουν ήδη δημιουργηθεί επτά κόμματα, εκ των οποίων τέσσερα τοπικιστικά (Ρουμελιώτικο, Σουλιώτικο, Μωραΐτικο και Νησιώτικο) και τρία κομματικά των ξένων δυνάμεων (εγγλέζικο, με αρχηγό τούς Μαυροκορδάτο - Κουντουριώτη, ρούσικο, με αρχηγό τον Θ. Κολοκοτρώνη και γαλλικό, με τον Κωλέττη.
26.-Τον Ιούλιο του 1825 διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Δυτικής Ελλάδας κι αγωνίστηκε για την υποστήριξη του πολιορκούμενου Μεσολογγίου.
Στους εννέα αυτούς μήνες (7-7-1825/11-4-1826) να τι έκανε:
-Οργάνωσε δέκα στρατιωτικές επιχειρήσεις κ.ά. δράσεις.
-Χτύπησε αλύπητα τους Οθωμανούς εκστρατεύοντας και δίδοντας νικηφόρες μάχες στο Καρπενήσι, στον Ζυγό των Κραβάρων,Καρβασαρά (Αμφιλοχία),Πετροχώρι Τριχωνίδας,Καριοπούλα - Καροπούλα Αγράφων,Μαχαλά (Φυτείες) Ξηρομέρου,Μάνινα - Παλιομάνινα,Ρίβιο (Λάσπη),Ρίγανηκαι στο Λικοδόντι - Λυποδόντι (Βασιλόπουλο).
-Εφάρμοζε το «νυκτερινό γιουρούσι», τηνκαταδρομική νυκτερινή επιχείρηση, στο πλαίσιο της σύγχρονης τακτικής τού ανορθόδοξου πολέμου, με τεράστια επιτυχία.
-Με τρεις διαφορετικές (1/8, 13/9, 30/12) κινητοποιήσειςέβαλε μέσα στη πόλη βοήθεια 2.300συνολικά πολεμιστών, τους οποίους ο ίδιος ο Καραϊσκάκης οδήγησε εκεί.
-Οργάνωσε σύσκεψη μέσα στο Μεσολόγγι την 27/10, όπου, αφού συγκέντρωσε τους οπλαρχηγούς την 27-10-1825τους «επρόβαλεν το σχέδιόν του», τους ανέπτυξε ένα επιτελικό και εμπνευσμένο σχέδιο, διάσωσης της πόλης και λύσης της πολιορκίας, προσπαθώντας να τους πείσει στην υλοποίησή του·αλλά δεν τον άκουσαν, καθώς προτίμησαν να μείνουν αποκλεισμένοι σαν τους ποντικούς (στη φάκα).
Μάλιστα τόσος φόβος κυρίευσε τους Τούρκους για τον Καραϊσκάκη, ώστε ο αρχηγός τους Ρεσίτ Μεχμέτ πασιάς (Κιουταχής) «[…] έκρυπτεν εις το στράτευμά του το όνομα του Καραϊσκάκη, διότι τ’ όνομά του μόνον τους επροξένει τρόμον», σημειώνει ο Σπυρομήλιος.
Οπότε παρουσιάζεται το οξύμωρο:
«Ο Καραϊσκάκης, όστις κατηγορήθη πέρυσιν από τον Μαυροκορδάτον, ως επιβουλεύων το Μισολόγγι (να το παραδώσει, με τα «καπάκια», στους Τούρκους), ήδη μάχεται διά το Μισιλόγγι εναντίον των Τούρκων».
Το παράλογο είναι και τούτο το γεγονός, όπως απολύτως διαφωτιστικά τα καταγράφει ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος:
«Εκείνος που εθεωρείτο ικανός να συγκεντρώση δύναμιν και να κινηθή δραστηρίως εναντίον των πολιορκούντων το Μεσολόγγι στρατευμάτων ήτο, κατά γενικήν αναγνώρισιν, ο Καραϊσκάκης.
Η κυβέρνησις όμως δεν είχε σκεφθή να τον χρησιμοποιήση και να υπαγάγη υπ’ αυτόν τους άλλους Ρουμελιώτας οπλαρχηγούς.
Τον άφηνε μάλιστα αβοήθητον και οι άνδρες του σώματός του(δεν μπορούσαν)να συντηρηθούν.
Αλλ’ η κυβέρνησις είχε στείλει απλώς διαταγάς, όπως το συνήθιζε, συνοδευομένας μόνον από προτροπάς πατριωτικάς, χωρίς να συναποστείλη και τα οικονομικά μέσα, των οποίων είχαν ανάγκην διά να κινηθούν».
27.- Ήταν βαθιά θρησκευόμενοςχριστιανός:Την ιδιαίτερη σχέση και οικειότητα και την βαθιά πίστη του προς την μάνα, τη Μάνα Παναγιά, φανερώνουν τα λόγια του:
«-Τώρα θα σε ιδώ, Μαυρομάτα· αν νικήσουμε θα σε προσκυνώ για Παναγία, ειδέ...», τη φοβέρισε και την απείλησε πως, εάν δεν νικήσει δεν θα την προσκυνά· και κέρδισε τη μάχη.
Απίστευτο. Προσφωνεί την Παναγία σε πρώτο πρόσωπο και μάλιστα την αποκαλεί - την ονομάζει Μαυρομάτα! Απειλώντας την, κιόλας!
«-Γυναίκα δεν είσαι κι εσύ Μεγαλόχαρη; Έπρεπε, βλέπεις, να σου τάξω μπιχλιμπίδια για να με κάνεις καλά», «-Αμ’ δεν μου τόλεγες, Κυρά μου, πως ήθελες (τάμα)το μουλάρι; Τι με κρατούσες στο κρεββάτι τόσους μήνες».
28.-ΔιορίστηκεΑρχιστράτηγος - Γενικός Αρχηγός Στερεάς Ελλάδος τον Ιούλιο του 1826 κι’ αρχίζει αμέσως την εκστρατεία του εναντίον Τούρκων - Αλβανών - Αιγυπτίων και τουρκοπροσκυνημένων «ελλήνων», καθόσον «εθεωρείτο ως ο μόνος Έλλην, όστις ηδύνατο να αντιστή εις τον Κιουταχήν», ξεκινώντας απ’ το Ναύπλιο μ’ εξήντα έως εκατόν τριάντα άνδρες και σ’ ελάχιστο χρόνο στην Αττικήσυγκρότησε το μεγαλύτερο ελληνικό στράτευμα, περίπου 15.000Έλληνες πατριώτες - πολεμιστές, που μόνον αυτόν εμπιστεύονταν.
Ο μόνος που μηχανορράφησε εναντίον του ήταν, πάλι, ο Μαυροκορδάτος.
29.- Η γυναίκα του Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου πέθανε στον Κάλαμο (νησάκι στο Ιόνιο), ενώ ο στρατηγός πολεμούσε στην Αθήνα τον Κιουταχή.
«Η Κυβέρνηση ανησύχησε τότε μην αφήση ο στρατηγός το στρατόπεδο και πάη να παρηγορήση την οικογένειά του.Αυτός όμως έκαμε μεγάλη καρδιά κ’ έγραψε στην Κυβέρνηση να την ησυχάση», «ως αγαθός Έλλην και αρχηγός εφρόνει ότι ουδέν τιμιώτερον πατρίδος».
Γράφει ο ίδιος την 19-8-1826, προς την Κυβέρνηση:
«Απέθανεν η σύζυγός μου, και ήθελον να υπάγω να οικονομήσω (να φροντίσω, να στηρίξω) τα παιδιά μου, αλλά δεν αφήνω την πατρίδα.Ο αγαθός πολίτης χρεωστεί να θεωρή ως δεύτερα τα μερικά, πάντα προς τα κοινά του έθνους συμφέροντα.
Απεφάσισα να προτιμήσω και αυτής της οικίας μου την παντελή απώλειαν, εάν, κατά δυστυχίαν, ακολουθήσει, διά να μη παραιτήσω κατ’ αυτάς τας κρισίμους περιστάσεις την υπηρεσίαν της πατρίδος, υπέρ της οποίας θέλω θυσιάσει και αυτό το ολίγον αίμα μου».
30.-Εκστρατεία της Αράχοβας.Κατόπιντων νικηφόρων μαχών στην Αράχοβα, Τουρκοχώρι, Δίστομο, Αταλάντη και Δόμβραινα, «[…]ο Καραϊσκάκης εθεωρήθη ως ελευθερωτής της Στερεάς, το όνομά του περιήρχετο από στόματος εις στόμα, και κατέστη το είδωλον της λατρείας των Ελλήνων στρατιωτών», «[…]το όνομά του ήτο αυτό καθ’ εαυτό ολόκληρος δύναμις και προσείλκυεν επικουρικάς δυνάμεις απανταχόθεν».
Χιλιάδες οι νεκροί Τούρκοι· σφαγή. Η ενδοξότερη κι’ επιτυχέστερη εκστρατεία όλης της επανάστασης.
Ο Καραϊσκάκης περιγράφει την επταήμερη μάχη (18/24-11-1826) της Αράχοβας, ως εξής:
«Τους επεριορίσαμεν εις ένα τζουγκρί (ορεινό τόπο), χωρίς ψωμί, χωρίς νερόν, και χωρίς να έχουν κανένα φυσέκι, ούτω λοιπόν έμειναν πολιορκημένοι επτά ημέραις, και σήμερον περί τας 10 ώρας της ημέρας, εκάμαμεν γιουρούσι (έφοδο), όθεν αφού επιάσαμεν τας προσδιωρισμένας θέσεις εφονεύσαμεν περίπου χιλίους τριακοσίους, εφονεύσαμεν […].
Χαίρετε λοιπόν αδελφοί, ελευθερώθη η Πατρίς μας Στερεά Ελλάδα από τας χείρας των εχθρών».
31.-Γράφει σ’ επιστολές τουπρος τους Πληρεξουσίους - Βουλευτές της Εθνοσυνέλευσηςκαι προς τους Έλληνες:
-«Αδελφοί. Με θαυμασμόν μας (απορία - έκπληξη) ακούγομεν τους εμφυλίους πολέμους και ταραχάς οπού κάμνετε διά τα ίδιά σας πάθη, ενώ ημείς πολεμούμεν και χύνομεν τόσα Ελληνικά αίματα διά την απελευθέρωσιν της πατρίδος μας.
Ημείς λοιπόν ως αδελφοί σας γράφομεν και σας λέγομεν να αφήσετε κάθε ιδιαίτερον πάθος και μέρος, και να ενωθήτε ως αδελφοί, ο καθείς εις τα ίδιά του.
Ο τόπος αδελφοί […], η ομόνοια και η αδελφοσύνη, από ταύτα κρέμαται η σωτηρία όλων μας, και είμεθα όλοι αδελφοί και εν Έθνος.
Ας λείψη το Πελοποννήσιοι, Νησιώται και Ρουμελιώται· άλλ’ όλοι να νομιζώμεθα έν, ως και είμεθα […], να συγκροτηθή η Συνέλευσις […]».
-Γράφει προς τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης Α. Ζαΐμη:
«Κύριε Ζαΐμη! άκουσόν με· μη μπλεχθής εις φατρία. Αφήστε πεια τις φατρίες.
Η Ελλάδα προσκυνάει και πάσχισον διά την κοινήν σωτηρίαν. Κυτάτε καλά, λάβετε μέτρα», «[…] τώρα πλέον θα πολεμήσω διά τους νόμους και την πολιτικήν ύπαρξιν του έθνους».
-«Διό (γι’ αυτό) δράξατε τα αιματοστάλακτα και τροπαιούχα όπλα σας, ενωθήτε μαζί μας διά να εξολοθρεύσωμεν ομοθυμαδόν τον εχθρόν και ελευθερώσωμεν διά πάντα την πατρίδα και θρησκείαν. Αν όμως φανεί τις (κάποιος) ενάντιος (αντίθετος - αντιτιθέμενος), ή κληρικός, ή δημογέρων, ή απλούς πολίτης, ή χωρίον, ή επαρχία ολόκληρος είναι, οι τοιούτοι ας ηξεύρουν με βεβαιότητα ότι θα τους παιδεύσομεν χειρότερα από τους Τούρκους, επειδή δυνάμενοι να σώσωσι πίστην και πατρίδα, τα προδίδουσιν εις την αιώνιον κόλασιν, φειδόμενοι μικρού αγώνος (μη προσφέροντας μικρό αγώνα).
Οι τοιούτοι δεν πρέπει να έχουσιν αίμα ελληνικόν αλλ’ είναι Τουρκοσπέρματα· προειδοποιούμεν τους τοιούτους, χρεωστούν να δώσωσι λόγον προς το Έθνος και προς τον Θεόν»
-Γράφει προς τους Πληρεξούσιους - Βουλευτέςτης Στερεάς Ελλάδος:
«Κύριοι! Οι γυμνοί και ξυπόλυτοι στρατιώται ρουμελιώται και όλοι οι αξιωματικοί, διά να σώσουν πατρίδα έβαλαν βάσιν την αδελφοσίνην και ένωσιν και με τοιαύτην βάσιν διά της ανδρίας των, κατώρθωσαν, όσα κατωρθώματα, εδόξασαν το Έθνος και κατ’ εξοχήν την Στερεάν Ελλάδα.
Είναι άξιον λύπης οι πολιτικοί πληρεξούσιοι (βουλευτές) της Ρούμελης, να γίνονται παράδειγμα διαιρέσεως και ασυμφωνίας, και να μην αισθανθώσιν, ότι από την διαίρεσιν, και γενικώς βλάπτεται το έθνος και ατομικώς βλάπτεταιη υπόληψίς των.
Ας έλθουν τέλος πάντων εις αίσθησιν (ας αντιληφθούν) και μιμούμενοι τους συναδέλφους των, στρατιώτας ρουμελιώτας, ας ενωθώσιν ειλικρινώς και βάσιν έχοντες την ανεξαρτησίαν του Έθνους, ας φροντίσωσιν διά τα όσα αναγκαιούσι να σώσουν το Έθνος και να ασφαλήσουν τα δικαιώματα και της ποθητής μας Ρούμελης, η οποία με τα αίματά της δικαίως πρέπει να απολαύση».
-«Άμποτε (μακάρι), τέλος πάντων, οι πληρεξούσιοι της Ελλάδος, μιμούμενοι την ομόνοιαν και τον πατριωτισμόν των στρατευμάτων μας, να συνέλθωσιν εις εν μέρος και να εξακολουθήσωσι με ειλικρίνειαν τας μεγάλας εργασίας των».
32.-Απευθυνόμενος στον Θ. Κολοκοτρώνη του γράφει:
«Από μόνην την σοφήν και προσηρμοσμένην διοίκησην κρέμαται η ευτυχία της Ελλάδος· άδικον λοιπόν είναι ημείς οι Έλληνες ν’ αδιαφορώμεν εις το πώς και ποίοι θα μας διοικούν». «Στρατηγέ και αδελφέ! Ημείς ενώθημεν και η ένωσίς μας θε να ήναι παντοτινή· πρέπει όμως να δείξωμεν εις τους Έλληνας και εις τους ξένους, ότι ο σκοπός της ενώσεώς μας, είναι το κοινόν της Πατρίδος όφελος, δεσμός της φιλίας μας, δεσμός οπού θα ξιππάση (ξαφνιάσει) όλους τους ιδιοτελείς και οπού θα σώση την πατρίδα […], με έχεις σύντροφόν σου όπου θέλεις, πρόθυμος ειλικρινής φίλος».«Θέλει καταφθάσω […] διά να μην αφήσωμεν τους εχθρούς της πατρίδος να επιτύχουν τον σκοπόν τους […], έξευρέ με αχώριστον αδελφόν σου και διά το όνομά σου και των συμφερόντων της πατρίδος, προτιμώ να χύσω και αυτήν την ρανίδα του αίματός μου, διότι σου έδωσα τον λόγον της τιμής μου (και) πρέπει ν’ αποθάνω απάνω εις αυτόν».
33.-ΟΘεόδωρος Κολοκοτρώνης απευθυνόμενος στον Αρχιστράτηγο Καραϊσκάκη τον προσφωνεί ως εξής:
«Αδελφέ Καραϊσκάκη. Είμαι αδελφός σου, και αδελφός ειλικρινής, φυλάττω τον λόγον μου» και αναφέρει ότι «όταν ανταμώσαμεν με τον Καραϊσκάκην, ωρκισθήκαμεν να είμεθα όλοι ενωμένοι, να νικήσωμεν τον εχθρόν».
Συναντήθηκαν και του λέει ο Κολοκοτρώνης:
«-Θα σου δώσω (βοηθό τον γιο μου) το Γενναίο μου, (και) το Νικηταρά […]. Τινάχτηκαν ορθοί κ’ οι δύο Αρχηγοί αρπάχτηκαν αγκαλιά και φιλήθηκαν.
-Ο Θεός βοηθός! Τώρα όλα θα πάνε καλά».
Επιπλέον ο Δ. Κόκκινος παραθέτει σχετικό έγγραφο(Ιούλιος 1826), «αποτελούν μυστική συμφωνίαν μεταξύ των (δύο) πολεμικών αρχηγών διά την ένωσίν των εις τον αγώνα».
Μάλιστα ο Κολοκοτρώνης κλείνει την, από 10-8-1826, επιστολή του, προς τον Καραϊσκάκη, με το:
«Εγώ είμαι αδελφός σου αχώριστος μέχρι θανάτου».
34.- Γράφει γι’ αυτόν ο,εκ των μεγαλυτέρων ιστορικών της νεότερης Ελλάδος, Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο HertzbergGustavFriedrichκ.ά.:
«Το έργον του Καραϊσκάκη υπήρξεν έργον ατομικόν του ανδρός, ολίγα λαβόντος βοηθήματα παρά της διοικητικής (κυβερνητικής) επιτροπής, επί τοσούτον ολίγα, ώστε το στρατόπεδον αυτού πολλάκις εκινδύνευσε να διαλύθη δι’ έλλειψιν τροφών και πολεμοφοδίων […].
Ανεδείχθη βεβαίως (ο Καραϊσκάκης) ανώτερος εκείνου (του Κολοκοτρώνη) και διά τον τρόπον καθ’ ον συνεκρότησε τον στρατόν αυτού, και διά την επιτηδειότητα μεθ’ ης ήγαγεν (οδήγησε) αυτόν επί τους πολεμίους (εναντίον των εχθρών).
Ποτέ θάνατος ανδρός δεν απέδειξεν οποία ήτο η αξία αυτού».
Ενώ, «[…] διηύθυνε την νέαν στρατείαν (εκστρατεία) μετά τοιαύτης ρώμης και φρονήσεως, οίαν ουδέποτε μέχρι τότε είχεν αναπτύξει ο Κολοκοτρώνης, και έδωκεν εις τον εν Ρουμελία Ελληνικόν αγώνα απροσδόκητον δύναμιν και επίδοσιν», αναφέρει ο HertzbergGustavFriedrich.
«Ο Κολοκοτρώνης ήτο πειθαρχικώτερος, ο Καραϊσκάκης ηρωικώτερος. Ο Καραϊσκάκης ήτον οξύτερος εν τη συλλήψει και τη εκτελέσει, ο Κολοκοτρώνης ασφαλέστερος· ο Κολοκοτρώνης επέβαλλε σεβασμόν, ο Καραϊσκάκης ενθουσιασμόν».
35.- Δεν έχασε ποτέ καμία μάχη, από όλες όσες ο ίδιος οργάνωσε και διηύθυνε.
36.- Όταν του ανακοίνωσαν ότι πρόκειται «να διορισθή αρχιστράτηγος ο Τζιούρτζ» Τζορτζ και «πρώτος ναύαρχος» ο Κόχραν, απάντησε: «-Αι Αθήναι να ελευθερωθώσι, τα μέσα του στρατοπέδου να μη λείψωσι, και είμαι πρόθυμος να δεχθώ οποιονδήποτε αρχηγόν διορίσωσιν», «Σέβομαι και υπακούω τας διαταγάς και (την) απόφασιν της Ελληνικής Συνελεύσεως (Εθνοσυνέλευσης), αλλά το συμφέρον της Ελλάδος δεν το προδίδω».
37.- Το στρατηγικό του σχέδιο στην Αττική:Γνωρίζοντας άριστα τη γεωμορφολογία της Αττικής και της Ρούμελης και τις ικανότητες, τις δυνατότητες, τα ήθη και τις συνήθειες του πολέμου των, υπ’ αυτόν, Ελλήνων, οργάνωνε ευρύτερη τακτική, κυκλωτική κίνηση των τούρκικων στρατευμάτων του Κιουταχή και τον αποκλεισμό τους, ως εξής:
Πρώτο: Έλεγε: «-Να ρίξουμεν το ορδί (στρατό τον ελληνικό) σιμά εις το ορδί των εχθρών», δηλαδή, διαρκή, ολονύκτια και οργανωμένη κατασκευή ταμπουριών - οχυρωμάτων σε όλο το μήκος της γραμμής Φαληρέας (Φάληρο - Καστέλλα), Πειραιάς, Δραπετσώνα, Κερατσίνι, ημερήσια άμυνα και εξασφάλιση των ταμπουριών, αιφνιδιασμός, προώθηση και κατασκευή νέων κ.ο.κ.· όλο και πιο κοντά στην τούρκικη γραμμή, όλο και πιο μπροστά, προχωρώντας - πλησιάζοντας, έτσι, και εκδιώκοντας - «ξεριζώνοντας» καθημερινά, συνεχώς και σταδιακά «βαθμηδόν» τους Τούρκους.
Σε μάχες κατά τις οποίες λίγοι, καλά ταμπουρωμένοι και αμυνόμενοι, ετοιμοπόλεμοι, αποφασισμένοι, πλην δυσαναπλήρωτοι, Έλληνες, έχοντας πίστη στην άριστη ηγεσία του Καραϊσκάκη, θ’ αντιμετώπιζαν, χωρίς μεγάλες απώλειες τους υπερπολλαπλάσιους, επιτιθέμενους και με πολυάριθμο και πανίσχυρο ιππικό και πυροβολικό, αλλά αναλώσιμους και ταχύτατα αντικαθιστάμενους, Οθωμανούς, αποδεκατίζοντάς τους και σταδιακά προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή, σ’ έναν πολυήμερο αγώνα.
Δεύτερο: Εξακολούθηση της προσπάθειας αποκοπής των τούρκικων γραμμών επικοινωνίας και των δρόμων ανεφοδιασμού τους (απ’ την Στερεά, Θεσσαλία, Εύβοια κ.α.), ύστερα και απ’ την επιτυχημένη εκστρατεία στην Αράχοβα, Δίστομο, Τουρκοχώρι, Αταλάντη, Δόμπραινα και την, από τότε, επιτόπια εγκατάσταση ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων φύλαξης, περικλείοντας έτσι τον Κιουταχή στην Αθήνα· με σκοπό να τους εξαντλήσει, χωρίς εφόδια και προμήθειες, παραλύσει αρχικά και αποδιοργανώσει, ρίξει το ηθικό και την ψυχολογία τους στη συνέχεια, και με διαρκή κλεφτοπόλεμο φθοράς και ροκανίσματος των τούρκικων αντοχών και δυνάμεων, να τους εξωθήσει πρώτα στη λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης και στη φυγή απεγκλωβισμού τους απ’ την Αθήνα, κι’ ύστερα στην καταδίωξη και εξόντωσή τους.
38.- Ιδού το αντίστοιχο βρετανικό στρατηγικόσχέδιο των Εγγλέζων Τσωρτς και Κόχραν:
Απολύτως ενάντιοι σ’ αυτή την πολεμική τακτική του Καραϊσκάκη ήταν οι ξένοι Άγγλοι Τσωρτς και Κόχραν, που εκπροσωπούσαν τα ξένα συμφέροντα και τ’ αγγλικά δάνεια.
Μάλιστα ο Κόχραν, ως επιχειρηματίας, είχε αγοράσει σχετικές μετοχές των ελληνικών δανείων.
Απερίφραστα, αναφέρει ο Βαυαρός φιλέλληνας HeideckvonKarl:
«Ο λόρδος Κόχραν, καθ’ ον το παν εξηρτάτο από της λύσεως της πολιορκίας των Αθηνών (νυν ένεκα των Ελληνικών χρεωγράφων, ων είχε μετοχάς η εκλαμπρότης του)», «[…] εις τον Κόχραν είχε δοθή εις το Λονδίνον το υπόλοιπον του δευτέρου δανείου, ανερχόμενον εις σεβαστόν ποσόν, αντί να σταλή τούτο εις την κυβέρνησιν», συμπληρώνει ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος.
Να τι απαιτούσαν οι Τσωρτς και Κόχραν:
Οι Έλληνες πολεμιστές, κινούμενοι ακάλυπτοι στο φαληρικό κάμπο, «[…]δι’ αμέσου και γενικής επιθέσεως εν τη πεδιάδι», χωρίς τη χρήση ισχυρών ταμπουριών και εκ του λόγου τούτου ευάλωτοι, να πραγματοποιήσουν μία μονοήμερη, εκ του συστάδην, κατά μέτωπο, άμεση, εδώ και τώρα, «όσον τάχος» ταχύτατη και μ’ όλες τις δυνάμεις τους, ολοκληρωτική επίθεση κατά των Τούρκων, «[…] με μόνην προϋπόθεσιν την ανδρείαν των στρατιωτών».
Υπηρετώντας έτσι τον κώδικα «στρατιωτικής τιμής» μελλοθανάτων, στα πρότυπα των σύγχρονων ναπολεόντειων πολέμων, υπάκουοι, αναλώσιμοι, περιττοί αριθμοί ανώνυμων νεκρών, εκατόμβες αχρείαστων και φανφαρόνικων θανάτων· καθώς στην πραγματικότητα νικητής ήταν όποιος παρέτασσε το μεγαλύτερο αριθμό από «πιόνια», αφού το μόνον άξιο ήταν η νίκη και η ασφάλεια των στρατηγών - επιτελών, που ήταν απολύτως αδιάφοροι για την επιβίωση των στρατιωτών.
Να τι διέταξε τον Καραϊσκάκη, δώδεκα ημέρες πριν τον θανάσιμο τραυματισμό του, με την από 10-4-1827 επιστολή του ο Τσωρτς:
«[…] θα προπατήσετε εμπρός κατά το σύστημα του Ναπολέοντος […]»· δηλαδή, όρθιοι, περπατούν με αργό στρατιωτικό βηματισμό, στέκονται σκοπεύουν, πυροβολούν και αντιπυροβολούνται, πέφτουν οι νεκροί και τραυματίες, όρθιοι συνεχίζουν οι εναπομείναντες ζωντανοί, ξαναγεμίζουν τα τουφέκια, περπατούν με αργό στρατιωτικό βηματισμό, στέκονται, σκοπεύουν, πυροβολούν και αντιπυροβολούνται, πέφτουν οι νεκροί κ.ο.κ.
Με την εγγλέζικη αυτή «τακτική» θα παίζονταν όλα για όλα, σε μία μόνο μάχη, σε μία μέρα· όλο το έθνος.
39.-Ο θανάσιμος τραυματισμός του την 22-4-1827, παραμονή «τ’ ‘Αϊ Γιωργιού»:
Θεωρώντας ότι, ενδεχομένως, έχει ιδιαίτερη σημασία, παραθέτουμε τ’ ακόλουθο γεγονός:
Μόλις λίγες ημέρες πριν:«[…]χίλιοι Υδραίοικαι διακόσιοι Κρήτες εμισθώθησαν (στρατεύτηκαν επ’ αμοιβή) υπό του Κόχραν, και τεθέντες υπό τας διαταγάς του ανεψιού του (του Κόχραν) ταγματάρχου Ούρκουάρτ, μετεκομίσθησαν εις Φάληρον», στην ακτή του Φαλήρου.
Ήτον μετά την μεσημβρίαν, 1 ώρα τότες (η 7 καθ’ ημάς, 22 Απριλίου)», οπότε, εκτός σχεδιασμού, απροσδόκητα κι αυθόρμητα ξεκίνησε μια συμπλοκή, κάτω στο Φάληρο.
Που;
Στην ακτή του Φαλήρου, εκεί που στάθμευαν οι, επ’ αμοιβή στρατευμένοι, Κρητικοί και Υδραίοι, του Κόχραν, «[…] οι τεθέντες υπό τας διαταγάς του ανεψιού (του Κόχραν)του ταγματάρχου Ούρκουάρτ […]».
Να τι έγινε:
«Κρητικοί τινες και Υδραίοι προχωρήσαντες προς το μέρος των Τούρκων ήκροβολίζοντο (πυροβολούσαν από μακριά), παρακινούντες τρόπον τινά τους εχθρούς εις αντίκρουσιν», «[…] εν τινι μάχη, ης ήρξαντο ανωφελώς μέθυσοί τινες Κρήτες και Υδραίοι»,«[…] τινές των εν Φαλήρω σταθμευόντων Κρητών, αφού έφαγον και έπιον, εκίνησαν, παρά την δοθείσαν διαταγήν»και άρχισαν να πυροβολούν τους Τούρκους, αυτοί αντέκρουαν και συγκεντρώθηκαν περισσότερες δυνάμεις αμφότερα.
Στην αψιμαχία έσπευσε και ο Καραϊσκάκης,που«μείνας κατά την συνήθειάν του τελευταίος εν τω πεδίω της μάχης, διά να ενθαρρύνη και τους λοιπούς και να μην αφήση να γένη επιβλαβής η καταδίωξις, πληγώνεται και πίπτει από τον ίππον του· αλλά την αυτήν στιγμήν αναλαμβάνει πάλιν τας δυνάμεις του, αναβαίνει εις τον ίππον του και διαμένει ενθαρρύνων το ιππικόν εις το να περιμένη και βοηθή τους πεζούς οπισθοδρομούντας.
Αφ’ ου είδεν ο Καραϊσκάκης ότι ήσαν πλέον εκτός κινδύνου οι Έλληνες, τότε εσκέφθη περί του εαυτού του».
«Το φόβητρον των Οθωμανών, και Ελλήνων το περιτείχισμα» «[…]ήτανε βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά».
40.- Ποιο ήταν το ύστατό του χαίρε,ανήμερα της γιορτής του, προς τους Αξιωματικούς του:«Πεθαίνω, μα εσείς ωρέ αδέρφια[…] να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα», «ουδέποτε πρέπει να παύσωσιν αγωνιζόμενοι μετά θάρρους υπέρ της Πατρίδος», «[…] τίποτες δεν θα πάθετε, εάν σταθήτε εν σώμα και μία ψυχή», «να αγαπάτε την πατρίδα […], μη φοβήσθε τους Τούρκους, αυτοί βλέποντές σας τρέμουν, όταν μάλιστα μυρίζονται την ομόνοιά σας, δεν τολμούν να πλησιάσουν· […] η τιμή και το καύχημα των παλικαριών είναι, να τα κράζουν σφαγάρια, και όχι ψοφίμια (να σκοτώνονται πολεμώντας και όχι να πεθαίνουν κοιμισμένοι)· δεν έχετε χρείαν (ανάγκη) ξένων οδηγιών διά τον αγώνα σας· ο πόλεμος τον οποίον κάμνομεν είναι δίκαιος, ειν’ αναγκαίος· το ανίκητον όπλον της ελευθερίας είναι η καταφρόνησις του θανάτου».
Γνωστό είναι ότι ο Κολοκοτρώνης «[…] μανθάνοντας τον σκοτωμόν του Καραϊσκάκην, τον εμοιρολόγησε ωσάν γυναίκα».
41.- Μάχη στον Ανάλατο την 24-4-1827, ακριβώς την επόμενη ημέρα του θανάτου τού Καραϊσκάκη:Σημειώνουμε απλά στο σημείο αυτό, για περαιτέρω κατανόηση του ζητήματος, ότι, ότανμ’ αρχηγούς τους Τσωρτς και Κόχρανπραγματοποιήθηκε, στο φαληρικό κάμπο, η γενική «κατά κεφαλής» κατά μέτωπο ελληνική επίθεση, το τούρκικο ιππικό βρήκε χωρίς ισχυρά ταμπούρια τα ελληνικά αποβατικά τμήματα στον Ανάλατο, απέναντι απ’ τον άγιο Σώστη (στο Νέο Κόσμο Αθηνών).
Και να, τι έγινε:
Ο Κιουταχής «[…]είχε στήσει πυροβόλα επί τινος υψώματος κατά τον Υμηττόν, εν ω (απ’ όπου) οι Τούρκοι εκτύπουν ήδη και έβλαπτον» τους Έλληνες, που «[…]όντες σχεδόν ανόχυροι (ανοχύρωτοι), […] το (τούρκικο) ιππικόν […] εισεπήδησεν εις το αδύνατον οχύρωμά των», «[…] και επειδή (τα ταμπούρια) ήταν ατελείωτα (ανολοκλήρωτα, ημιτελή) και αδύνατα δεν μπόρεσαν ν’ ανθέξωσιν, […] ετράπησαν εις φυγήν προς την θάλασσαν, και όσοι αυτών κατεφθάνοντο παρά των (Τούρκων) ιππέων εσφάζοντο […]», «[…] κατεπατήθησαν υπό των ιππέων και εσφάγησαν επί ομαλού εδάφους».
Έτσι επήλθε η μεγαλύτερη πανωλεθρία του αγώνα.
1.200 Έλληνες νεκροί επί τόπου, και εκατοντάδες αιχμάλωτοι που σφάχτηκαν ανελέητα - αποκεφαλίστηκαν, στη σειρά, την ίδια μέρα.
Κατ’ αυτόν τον φρικτό τρόπο, δυστυχώς, επιβεβαιώθηκε, για ακόμη μια φορά, ο στρατηγικός νους και η προβλεπτικότητα του Καραϊσκάκη.
42.- Απλά ρωτάω λοιπόν: Δολοφονήθηκε;Ίσως όταν «ανοίξει» πλήρως το αρχείο τού Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου (ΕγγλέζικοForeignOffice) μάθουμε την αλήθεια.
Διερωτήθηκα:
Πέραν του αυτονόητου, τεράστιου και τραγικού στρατηγικού λάθους των δύο ως άνω Εγγλέζων (όπως ήδη περίτρανα απεδείχθη παραπάνω), ποια η ακριβής σημασία των κατωτέρων λόγων του Βαυαρού φιλέλληνα HeideckvonKarl:
«Ο λόρδος Κόχραν, καθ’ ον το παν εξηρτάτο από της λύσεως της πολιορκίας των Αθηνών (νυν ένεκα των Ελληνικών χρεωγράφων, ων είχε μετοχάς η εκλαμπρότης του)».
Δώσαμε την εξής απάντηση:
Τα ομόλογα του ελληνικού δανείου, δηλαδή τα χρεόγραφα, οι μετοχές που κατείχε ο Εγγλέζος, είχαν υποτιμηθεί, μετά την αδυναμία απελευθέρωσης της Αθήνας και της Ακρόπολης, καθώς και της εισβολής του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο.
Άρα: Η στόχευσή του στην άμεση απελευθέρωση της Ακρόπολης, σίγουρα θα έφερνε ταυτόχρονη ανατίμηση των μετοχών του και εκτίναξη των κερδών.Κίνητρο;
Ή μήπως τ’ αναμενόμενα ποικίλα οφέλη του Εγγλέζου ήταν ακριβώς τ’ αντίθετα;
Δηλαδή;Αναγκαία η άμεση εξαφάνιση του Καραϊσκάκη και η καταστροφή τού ισχυρού στρατού του, με άμεση πτώση τής ελληνοκρατούμενης Ακρόπολης των Αθηνών, ώστε το όποιο υπό δημιουργία ελληνικό κράτος να είναι μόνον το «προτεκτοράτο της νήσου του Μοριά»;
43.- Ποια η ανταμοιβή τής, εις την Αττική,νίκης του Καραϊσκάκη: «Και αν η μοχθηρία και ο φθόνος δεν εφόνευε τον άνδρα τούτον, τα όρια της Ελλάδος ήθελον είναι σήμερον (1861) πολύ μακράν»·θα είχαν απελευθερωθεί οπωσδήποτε η Θεσσαλία κι’ η Ήπειρος, πιθανότατα και η πέραν του ΟλύμπουΔυτική Μακεδονία.
44.-Έγραψαν γι’ αυτόν, την 24-4-1827, το 1867 και το 1864, αντίστοιχα, ο Σπυρίδωνας Τρικούπης, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος κι ο Λάμπρος Κουτσονίκας:
-«[…] ποτέ δεν ενόμισεν (ο Καραϊσκάκης) ότι το υψηλόν αξίωμα της αρχηγίας […] αυτό μόνον ημπορούσε να τον λαμπρύνη· ήξευρεν ότι τα έργα μόνα είναι η λαμπρότης. Όθεν άξιος του αξιώματος εφαίνετο διά των έργων του.
Άτρομος (ατρόμητος) πάντοτε εις τους πολέμους, ατρομώτερος πολύ εφάνη καθ’ ο διάστημα ήτον αρχηγός των κατά την στερεάν Ελλάδα στρατευμάτων.
Τότε είχε ψωμί και αυτός, όταν είχαν και οι αγαπητοί του Έλληνες· η κλίνη του ήτον κλίνη απλού στρατιώτου· πρωταγωνιστής επαρουσιάζετο, και την τιμήν του αγώνος όλην την απέδιδεν εις άλλους.
Ενθουσιασμένος διά την παλληκαριάν, ως παλληκάρι και ο ίδιος, την ετιμούσεν όπου την έβλεπε, και την αντάμειβε πλουσιοπάροχα· τους γνωστούς διά την ανδρίαν τούς έκραζε κατ’ όνομα, όταν εξεσπάθονεν εν καιρώ μάχης, διά να τον ακολουθήσουν· έβγανε τα πιστόλια του από το ζωνάρι, και με αυτά, εις ανταμοιβήν παλληκαριάς, εστόλιζε του παλληκαριού την μέσην· έλυε την ζώνην του και έδιδεν εις τας ανάγκας του πολέμου και το ύστερον νόμισμά του.
Ιδού, Έλληνες, όσα χαρακτηρίζουν τον άξιον οδηγόν στρατευμάτων, ιδού όσα λαμπρύνουν το υψηλόν αξίωμα της αρχηγίας, ιδού όσα αποθανατίζουν τον πολεμικόν, και αποκαταστένουν (αποκαθιστούν) τον στρατηγόν, ποθητόν εις τον στρατιώτην, σεβαστόν εις όλον το έθνος του, και φημισμένον εις όλα τα έθνη και εις όλους τους αιώνας».
-«Ο ανήρ ούτος δύναται να θεωρηθή ως το γνησιότερον τέκνον και δημιούργημα της Ελληνικής επαναστάσεως.
Εκ των προτερημάτων αυτού, το μέγιστον ήτον η εξαίρετος αυτού στρατηγική ευφυΐα, πνεύμα στρατηγικόν.
Δεν δυνάμεθα να μην θαυμάσωμεν την εξαισίαν δύναμιν της ελευθερίας και τον αφειδή τρόπον δι’ ου αύτη ανταμείβει τους πιστούς αυτής λειτουργούς.
Ουδείς των εξόχων της επαναστάσεως ανδρών, από τοσούτον ταπεινού ορμήσας σημείου, εις τοσούτον ύψος αφίκετο περιωπή[…].
Κατά δυστυχίαν, και εκ των προτερημάτων αυτού, το μέγιστον δεν διδάσκεται, διότι ουδέποτε εδιδάχθη. Το προτέρημα τούτο ήτον η εξαίρετος αυτού στρατηγική ευφυία […].
Ο Καραϊσκάκης απέδειξεν, ότι είχεν εν αυτώ το ιερόν εκείνον πυρ, όπερ η φύσις μόνη ενθέτει εις τινας ανθρώπους και όπερ ονομάζεται πνεύμα στρατηγικόν […].
Αλλ’ εάν η φύσις δεν διδάσκεται, υπάρχουσιν εν τω βίω του Καραϊσκάκη πολλά, τα οποία η παρούσα γενεά δύναται ου μόνον να θαυμάση, αλλά να μιμηθή».
-«[…] ο Καραϊσκάκης απεδείχθη στρατηγικώτατος και αρχικώτατος· εκτός της γενναιοψυχίας και της στρατηγικής ικανότητος είχε ευφυίαν και εγνώριζεν ενός εκάστου την ανάλογον ικανότητα και εκτιμούσεν έκαστον αναλόγως της βαρύτητος και της αξίας του, ήξευρε να θεραπεύη και τας αδυναμίας των, με ολίγα δε μέσα ενεργούσε μεγάλα έργα, ποτέ δεν επτοήθη από τας δυνάμεις του εχθρού, ον πάντοτε ενικούσε».
45.- Αυτός μόνος, απ’ όλους τους μεγάλους της ελληνικής επανάστασης, πολεμούσε πάντοτε στην πρώτη γραμμή, αφού είναι γνωστό πως κανείς άλλος δεν μάχονταν πάντα στην πρώτη γραμμή, σ’ αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος «[…] διά να φιλοτιμά τους στρατιώτας εμβαίνει και ο ίδιος εις τον πόλεμον, και ως εκ τούτου αναγκάζονται να εμβαίνουν και οι λοιποί οπλαρχηγοί […]», ή προσωπικά επενέβαινε για να ανατρέψει μια δυσάρεστη εξέλιξη.
46.- Δημιούργησε περιουσία κατά τον επαναστατικό αγώνα;:Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν το γεγονός ότι συγκέντρωνε και διαχειριζόταν μεγάλα χρηματικά ποσά ως κλέφτης, αρματολός, καπετάνιος και αρχιστράτηγος, αναδύεται το αυτονόητο ερώτημα:
Έκανε περιουσία ο Καραϊσκάκης κατά τον επαναστατικό αγώνα;
«Όταν μετά τον θάνατόν του εξετάσθησαν τα πράγματα και τα έγγραφά του, δεν ευρέθη να έχη διόλου (καθόλου) περιουσίαν.Ήτον εις πολλούς γνωστόν ότι είχεν ικανήν (πολύ καλή) χρηματικήν κατάστασιν προ της εκστρατείας ταύτης· φαίνεται λοιπόν ότι την εξώδευσεν εις αυτήν», «[…] αποθανών (ο Καραϊσκάκης) δεν κατέλιπεν ειμή πολλά ολίγα χρήματα· διότι καθ’ όλην την εκστρατείαν δεν έπαυσεν αφειδώς παρέχων εις αυτήν ως ιδίαν!! (σαν να ήταν δικιά του).
Εμφαντικά βεβαιώνει ο Βυζάντιος:
Λίγο πριν εκπνεύσει «[…] είπεν ότι ουδεμίαν περιουσίαν αφίνων, ως δαπανήσας παν ο,τι εκτήσατο χάριν της Πατρίδος, προς αυτήν την Πατρίδα, ένεκα της οποίας ηγωνίσθη και αποθνήσκει […].
Ο ανήρ ούτος προς τοις άλλοις ήτο μεγαλόδωρος(γενναιόδωρος), καθ’ όσον και αποθανών ουδεμίαν χρηματικήν περιουσίαν εγκατέλειψεν, ως δαπανήσας και τον τελευταίον οβολόν του εις δώρα ανδραγαθημάτων, των υπ’ αυτόν στρατιωτικών».
Ενώ ο αυτόπτης συμπολεμιστής του Ν. Κασομούλης βεβαιώνει:
«Ο Αρχηγός(Καραϊσκάκης) πλήρωνε κρασί και σφαχτά να γλεντούν τα παληκάρια, νταούλια να χορεύουν, μπαξίσια (φιλοδωρήματα) για καλά χαμπέρια (καλά νέα), μπαξίσια για τούρκικα κεφάλια ή αυτιά, μπαξίσια για ζωντανούς σκλάβους, μπαξίσια για τα καραούλια (σκοπιές), μπαξίσια της καββαλαρίας (των ιππέων), μπαξίσια των σουϊταρήδων (σαλπιστών), των γενναίων, των λαβωμένων, των αρρώστων, αποζημιώσεις για ζημιές του στρατού του, άλλες για χαμένα πλιάτσικα (χαμένα λάφυρα), φύλαγε τα μερίδια όσων έλλειπαν από τα πλιάτσικα, φτιαστικά ταμπουριών (για τις κατασκευές των ταμπουριών), ποδοκόπια πλούσια (κοπιαστικής πορείας). Το ψωμί, το κρέας του στρατοπέδου αγοραστό. Δάνειζε στους διαφόρους Καπιταναίους γενναία ποσά, άλλα (έδιδε) στους γιατρούς κ.λ.π. Ζήτημα είναι αν πρόφτασε, ζωντανός, να πληρωθή όσα ξόδευε στις βιαστικές ανάγκες».
47.- Πόσον πλούτο άφησε στα παιδιά του;:Πέραν της δόξας και του «ονόματος», αμέτρητα κι’ ανυπολόγιστα πράγματι, κατέλειπε το τίποτα, το μηδέν. Φτώχεια και δυστυχία.
Τόσο μάλιστα τίποτα, ώστε τα τρία ανήλικα παιδιά του, ο Σπύρος, η Ελενίτσα κι Πηνελόπη, λιμοκτονούσαν και ελεεινολογούσαν βοήθεια επιβίωσης από την «Διοίκηση της Ελλάδος» Κυβέρνηση και τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια.
Με τέσσερεις επιστολές τους εκλιπαρούν βοήθεια και στήριξη:
«Εξωδεύσαμεν ότι και αν είχομεν.Επουλήσαμεν και τα άρματα μας και εμείναμεν εις την μεγαλωτάτην ανάγκην, μην ημπορώντας να απαντήσωμεν τα καθ’ ημερινά μας […]».
«[…]η φαμελία ζη εν πενία και εσχάτη ενδεία […], τα τέκνα στερημένα ανατροφής ελευθέρας, δεν έχουσιν ουδ’ αυτά τα προς το ζην αναγκαία, η φαμελία δυστυχεί […]».
«Εάν όμως το καταδεχθήται εις το να αφίσεται την φαμελίαν του μακαρίτου Καραϊσκάκη το να λιμωκτονεί, ούτε και ο Θεός δεν το δέχεται, και το αίμα οπού ο μακαρίτης έχυσεν εις το Έθνος θέλει σας παιδεύσει δία πάντα […]».
Αυτόματα λοιπόν έρχεται στο νου μας ετούτη η σκέψη:
Οι προαναφερόμενες υπέρπατριωτικες δράσεις του Καραϊσκάκη κι’ ανιδιοτέλειά του, και η οικονομική κατάντια των παιδιών του, μπορούν, άραγε, αντιστοίχως να συγκριθούν με τις δράσεις των εγχώριων «τζακιών» και με τα πλούτη των σημερινών κληρονόμων;
Ενώ συνειρμικά, στο μυαλό μας, πάλι, έρχεται η εικόνα του Μαύρου Καβαλάρη. Είναι τυχαίο - συμπτωματικό το γεγονός ότι και ο Καρδιτσιώτης Νικόλαος Πλαστήρας έχει πανομοιότυπη ιστορία;
48.- Ποιο το εθνικό του όραμα;Σε τί προσέβλεπε;
Ήθελε, στην πατρίδα του, την ύπαρξη ενός λεύτερου, αδελφωμένου, δημοκρατικού, ελληνικού κράτους.
49.-Τελειώνοντας καταγράφουμε εδώ, ως ύστατο χαιρετισμό, ως μνημόσυνο και περηφάνια μας, την περιγραφή που κάνει ο Γιάννης Βλαχογιάννης για τον Καραϊσκάκη μας:
«Δεν αδίκησε, δεν ξεδικήθηκε (εκδικήθηκε), δεν φίλησε αχρείες ποδιές των δυνατών […]. Δεν ήξερε να κάνη το μικρό μπρος στους πολιτικούς, που θέλανε τους πολεμικούς άνδρες του τόπου ταπεινούς, να τους φιλάνε χέρι, δεν έκρυβε ότι είχε στο νου και στην καρδιά του, χτυπούσε το ψέμα, αρνιότανε την αδικία, και όχι αυτό μονάχα, παρά έκανε ότι αυτός νόμιζε δίκιο […].
Ήταν άνθρωπος άχολος, μεγαλόψυχος […]. Ήταν η ψυχή του από βαμμένο ατσάλι διαλεχτό, που σκουριά δεν το κολλούσε, […ήταν] η πιο μεγάλη πολεμική δόξα της νέας Ελλάδας, ένα πλάσμα όχι κοινό, διαλεχτό φυντάνι της γης της Ελλάδας, παιδί θάμα (θαύμα) βέβαια, είδωλο συμβολικό, αλύγιστο μπροσ’ στο κακό, πνεύμα γεμάτο ομορφιά και χάρη, φαινόμενο μοναδικού ανθρώπου που καταφρόνησε το χρήμα, το θεό του παραδόπιστου (φιλοχρήματου) Έλληνα, που πάντα αντίκρυσε το θάνατο και ποτέ δεν φρόντισε της ζωής τον κίντυνο να συλλογιστεί […].
Ευγενέστατος τύπος ανθρώπου, φίλος πιστός στους φίλους του, δανειστής των φτωχών αφιλόκερδος, καρδιά γενναία, καθάρια από κάθε ηθική λέρα, κακομοιριά, πάθη σαρκικά, ορμές χτηνώδικες, λιχουδιές της κοιλιάς, του πιοτού αδυναμίες, στους οχτρούς του αμνησίκακος (ποτέ δεν ξεδικήθηκε με το χέρι άνθρωπο, δεν έχυσε αίμα, όπως κάναν άλλοι) […].
Κι’ έρχεται ύστερα ένας Φαναριώτης (Μαυροκορδάτος), που φαντάστηκε πως μ’ όργανό του τυφλό έναν ξένο τυχοδιώκτη (τον Άγγλο Τσωρτς), θα μπορούσανε να στιγματίσουν το μέτωπο το πειο, από της κακίας την καπνιά, πλυμένο, και σαν το νερό ξάστερο κι’ αγνό κι’ από φυσικού του […].
Ο ήρωας, της Ελλάδας ο ήρωας υπάρχει ζωντανός, παληκαράκι ακόμα ζωντανό στων Αγράφων τα κατσάβραχα».
50.- Ο πανελλήνιος Καραϊσκάκης:
Ο καθείς αυτοπροσδιορίζεται.
Ο Καραϊσκάκης, ως Αγραφιώτης, και μάλιστα κλέφτης και αρματολός των Αγράφων.
Ενώ οι απόγονοί του, ο γιος κι ο εγγονός του, Σπύρος και Γεώργιος, στην Καρδίτσα εξελέγησαν, επανειλημμένα (και αμέσως με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881), Υπουργός Στρατιωτικών - Βουλευτής (1881) ο πρώτος και, Βουλευτής, ο δεύτερος (1906, 1910 και 1915).
Η επιλογή του να γενεί αρματολός στ’ Άγραφα, δεν είναι τυχαία.
Αυτός είναι ο μεγάλος Έλληνας Καρδιτσιώτης.
Όλοι τον διεκδικούν. Σ’ όλους ανήκει.
Πανελλήνιος και Πανέλληνας.
Αυτονόητο πως «ανήκει» στο Μαυρομάτι (στη γη του οποίου, άλλωστε, εκτός του ότι γεννήθηκε, είναι θαμμένοι οι απόγονοί του), «ανήκει» στ’ Άγραφα, στον Ελληνόπυργο, στην Καρδίτσα, στην Θεσσαλία, στη Σκουληκαριά, στα Γιάννενα, στην Άρτα, στο Κομπότι, στο Σοβολάκο, στο Αιτωλικό, στο Μεσολόγγι, στην Αμφιλοχία, στο Ναύπλιο, στην Ελευσίνα,στο Χαϊδάρι, στην Αράχοβα (η Κοινότητα της οποίας, μάλιστα, απ’ το 1872 έχει υιοθετήσει ως σφραγίδα - σύμβολό της την προσωπογραφία τού Καραϊσκάκη και το έτος 1826), στο Δίστομο, στην Αταλάντη, στη Δόμβραινα,στην Αθήνα, στον Πειραιά, στο Κερατσίνι, στο Φάληρο,στην Καστέλλα, στη Δραπετσώνα,στη Σαλαμίνα, στο Κρεμμύδι Μεσσηνίας, στο Νεόκαστρο του Ναυαρίνου - Πύλου κ.α.· σ’ ένα ενιαίο πανελλήνιο δίκτυο πόλεων και περιοχώνπου έδρασε ο ήρωας·και το προτείνω προς υλοποίηση αυτό, Δήμαρχε Μουζακίου κ. Θεοφάνη Στάθη και Πρόεδρε του Πολιτιστικού Συλλόγου Μαυρομματίου «Ο Καραϊσκάκης» κ. Δημήτρη Γιώτη.
«Ανήκει» σε όλους όσους, λεύτερα, τον αγαπούν· αδελφωμένα.
«Είναι ουσιαστικά μία αρχετυπική ομηρική μορφή, και μάλιστα αντίστοιχη του Οδυσσέα […]», αναφέρει, τόσο εύστοχα, η Μαρία Παναγιωτοπούλου - Μποτονάκη· «είναι ο Οδυσσεύς άμα και ο Πηλείδης της Ιλιάδος του Εικοσιένα», καταγράφει το 1887 ο, με τα αρχικά Γ. Α., αρθρογράφος της εφημερίδας Ακρόπολις.
Εμείς, συμπληρώνουμε:
Ο Καπετάνιος ζει. Τρανή γιορτή τού πρέπει, σαν κονοστάσι ριζιμιό· απ’ όσους, λεύτερα, τον αγαπούν.
Αυτόν, τον «Αχιλλέα της Ρούμελης», όπως τον χαρακτήρισε ο Κωστής Παλαμάς· τον «αετό της Ρούμελης».
Εν’ κατακλείδι, τονίζουμε ότι αυτός, ο «παππούς μας» ο Καραϊσκάκης, ο Πανέλληνας, πέτυχε να δώσει με μαεστρία, ικανότητα, ευφυΐα, έμπνευση και γενναιότητα, δεκάδες νικηφόρες μάχες εναντίον Τούρκων, Αλβανών, «τουρκελλήνων» - προσκυνημένων και Αιγυπτίων, αντιλαμβανόμενος έγκαιρα το, προς το έθνος και την πατρίδα, χρέος του.
Αξιώθηκε της αποδοχής, ως πανελλήνιος ηγέτης, των επαναστατημένων Ελλήνων και του στρατεύματος και με την αυτοθυσία του απέκτησε ηρωικό μεγαλείο, στρατηγική μαγεία και αδιαπραγμάτευτη υστεροφημία.
Έγινε ο ίδιος πλέον σύγχρονος θρυλικός λαϊκός ήρωας, «φάρος» καθοδήγησης και πανεθνικό ίνδαλμα και πρότυπο έμπνευσης, ισάξιος των επιφανέστερων αρχαίων Ελλήνων.
Έρρωσθε. «Η μεν χειρ διαλέλυται εν τάφω, η δε γραφή μένει αιώνας».
.
|
![]() |
||||||||||||||||||||||||||
![]() |
![]() |
||||||||||||||||||||||||||
|
Το αεροδρόμιο
Μια ξανθιά πάει με τον αρραβωνιαστικό της να δουν ένα σπίτι που θέλουν να αγοράσουν. Καθώς μελετούν το σπίτι ο αρραβωνιαστικός λέει στον μεσίτη: – Ωραίο το σπίτι και σε καλή τιμή. Αλλά παρατηρώ ότι βρίσκεται κοντά σε αεροδρόμιο. Δε θα’ χει πολύ θόρυβο; – Θα έχει, αλλά ύστερα από μια βδομάδα θα τον συνηθίσετε και δεν θα έχετε πρόβλημα, του απαντάει ο μεσίτης. Και η ξανθιά λέει αποκρινόμενη και στους δύο: – Αχ να το πάρουμε αγάπη μου και δεν πειράζει, την πρώτη βδομάδα, μένουμε σε ξενοδοχείο! |
|
Γιατί θέλουμε η πένα μας να γράφει την αλήθεια.
Η δημόσια ενημέρωση είναι καθήκον ενός δημοσιογράφου. Η ομάδα μας έχει ως σκοπό τον ελεύθερο λόγο άνευ κινήτρων. Η πένα μας έχει όνομα!